…«ποτέ μη φύγεις όσο πεθαίνει το φεγγάρι»
είπε ο γέρος κρατώντας τη μαύρη πέτρα
που αργότερα την ονόμασαν οψιανό
«το φως που σβήνει θα σε σβήσει
το αγαπά ο δράκων του χαμού»
αυτή τη συμβουλή που από παλιά
μ ευλάβεια τηρούσε η φυλή μας
δίχως κανείς το κύμα να σιμώνει
σε ώρες άκαιρες
εγώ αψήφησα και κίνησα
από της Αργολίδας τη σπηλιά στο Φράγχθι
για το νησί της Μήλου μίλια ογδόντα
μένα κορμό σκαμμένο έφερα
λεπίδες ξέστρα και αιχμές βελών
πραμάτεια περιζήτητη
όλα τα αψηφά η νιότη!
αιώνες ύστερα
από αυτές τις λείες πέτρες
θα μάθουν οι άνθρωποι ότι εγώ
πρώτος τιθάσευσα το πέλαγο
κι ας μη ξανάειδα της μήλου τις ακτές!
έτσι που μες του θριάμβου το θάμβος
να ξαναπάρω βιάστηκα τη ρότα
το φθίνον φαγγαρόφωτο – ο δράκων
γενναίο μα απερίσκεπτο – με έχει καταπιεί…