Αντιγόνη και Βασίλης
…όταν παντρεύτηκε η ξαδέλφη μου η Αντιγόνη ήταν έγγυος
το ίδιο και η αδελφή μου και άλλες από το σόι που φαίνεται
ότι είναι ζωηρό και ατίθασο!
από όλο το σόι η μάνα μου ήταν η καλύτερη μαγείρισσα
(έτσι λέγανε και έτσι λέει ακόμα ο ξάδελφος μου ο Πάνος)
ήξερε πολλά μυστικά – όλα τα χόρτα – τα κρέατα – τα ψάρια
αλλά εκεί που ξεπέρναγε το εαυτό της – ήταν οι πίτες
έφτιαχνε πίτες με τα πάντα – με ότι έβρισκε και είχε!
με πέτρες – με τσιμεντόλιθοι – με τούβλα – με ασβέστη!
στο γάμο θα μαγείρευε αυτή
δεν άφησε τη θειά μου την Αθηνά την αδελφή της
ξεκίνησε τις ετοιμασίες από την προηγούμενη
και μας πήρε μαζί της στον Κολωνό που μένανε τότε!
με το που μπαίνουμε μέσα έβαλε τις φωνές:
«ποια ανεπρόκοπη έβαλε τα μύδια στο νερό; δεν ξέρετε
ότι χαλάνε; μόνο σε τρεχούμενο νερό καθαρίζουμε τα μύδια
και μετά τα αφήνουμε σε σουρωτήρι»
το βράδυ μετά την εκκλησία έγινε του κουτρούλη ο γάμος!
από το σόι του άντρα της ήταν πέντε άτομα όλοι κι όλοι
από το άλλο σόι – το δικό της – καμιά εβδομηνταριά που είχαν
κυριεύσει το σπίτι και φωνάζανε και πίνανε και τρώγανε και
χορεύανε! και πέφτανε τα φαγητά επάνω τους
και έσπαγαν τα ποτήρια και τα πιάτα
και φίλαγε ο ένας τον άλλο σαν αφιονισμένοι!
ο γαμπρός ο Βασίλης κοίταζε γύρω-γύρω με ένα
κρυφό χαμόγελο σαν να έλεγε «έ ρε που μπλέξαμε!»
υπέροχος άνθρωπος και αυτή ευτυχισμένη ήταν!
σκαρώσανε τρία παιδιά – μια χαρά τα καταφέρανε!
η μάνα μου έλεγε:
«η κατσαρόλα πρέπει να κρατάει ζωντανή τη φωτιά»
δυστυχώς δεν πρόλαβε να μας μάθει τα μυστικά της!
ήμασταν μικροί και έφυγε νωρίς!
σήμερα πέρναγα μπροστά από ένα σπίτι στην Ελβετία
που γινόταν γάμος! πολιτισμένα πράγματα!
γελούσα μόνος μου για πολύ ώρα ενθυμούμενος!
αφιερώνω το τραγούδι σε όλα τα νυφικά που κοιμούνται
στις ντουλάπες!