«διαβάζω» ένα απόσπασμα από το δοκίμιο – Η μέθοδος του «άρα».
…Το μυαλό μας κάνει μαιάνδρους απίθανους προκειμένου στο μέλλον να σταδιοδρομήσει στα εργαστήρια, στους ηλεκτρονικούς εγκεφάλους, οπουδήποτε οσφραίνεται όφελος χειροπιαστό.
Προκειμένου όμως να καταλήξει σε μια συνειδητοποίηση του είναι παραμένει στην πρώτη Δημοτικού. Γιατί; “Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει” – άρα; Μηδέν ο μαθητής. “Ο ήλιος κυκλοδίωκτος ως αράχνη μ’ εδίπλωνεν” – άρα; Κενό.
Το τρανζίστορ μας ναι αυτό ξέρουμε να το λύνουμε και να το επανασυνδέουμε στο άψε-σβήσε. Όλα γίνεται να τα λύσεις και να τα επανασυνδέσεις, εκτός από τα λόγια που έγραψε ο ποιητής. Κάποια βίδα στο τέλος θα σε μπερδέψει. Μήτε που θα εφαρμόζει πουθενά, μήτε που χωρίς αυτήν θα λειτουργεί το μηχάνημα. Και ο ίδιος ο ποιητής, εάν κληθεί να δοκιμάσει, θ’ αποτύχει!
Την αδεξιότητά του, που εντούτοις ευστόχησε, δεν μπορεί παρά να τη δικαιολογήσει με κάποιο ψέμα. Εκ των υστέρων, όλοι οι ποιητές, εξηγώντας τα ποιήματά τους, λένε ψέματα…