Ο Κορνήλιος Καστοριάδης (Κωνσταντινούπολη, 11 Μαρτίου 1922 – Παρίσι, 26 Δεκεμβρίου 1997) ήταν Έλληνας φιλόσοφος.
Από το 1945 ζούσε στο Παρίσι, όπου εργάστηκε ως οικονομολόγος και στέλεχος στον ΟΟΣΑ, ενώ παράλληλα αρθρογραφούσε με ψευδώνυμα κυρίως στο περιοδικό της ομάδας Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα (γαλλικά: Socialisme ou barbarie), της οποίας ήταν μέλος. Το 1970 αποχώρησε από τον ΟΟΣΑ και εργάστηκε από το 1973 ως επαγγελματίας ψυχαναλυτής και από το 1979 ως διευθυντής σπουδών στην EHESS -Ανώτατη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του Παρισιού. Ήταν ο συγγραφέας του έργου Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας και έγινε γνωστός ως φιλόσοφος της αυτονομίας.
Γεννήθηκε το 1922 στην Κωνσταντινούπολη και την ίδια χρονιά, ένα μήνα πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή, η οικογένεια του μετεγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Σημαντικές ήταν οι επιρροές από το οικογενειακό του περιβάλλον. Ο πατέρας του, έδειχνε εκτίμηση στη μόρφωση, ήταν άθεος και αντιβασιλικός. Η μητέρα του, είχε ιδιαίτερη μόρφωση, λάτρευε τη μουσική. Ο Καστοριάδης άρχισε να διαβάζει φιλοσοφία από την ηλικία των 11-12 ετών, ενώ πρωτοήρθε σε επαφή με τη μαρξιστική σκέψη σε ηλικία 13 ετών, οπότε και γεννήθηκε και το ενδιαφέρον του τόσο για τη σκέψη όσο και για την πολιτική. Μεταξύ του 1932 και του 1935 διδάχθηκε γαλλικά από τη Σαβίτρι Ντέβι, με την οποία διατήρησε φιλικές σχέσεις.
Το 1938 συμμετείχε σε παράνομο πυρήνα της ΟΚΝΕ, ενώ το 1939 συμμετείχε σε ομάδα δεκατριών νεαρών κομμουνιστών -με πολιτικές αναφορές στην ομάδα ”Προλετάριος”- στην οποία ανήκε και ο Ανδρέας Παπανδρέου. Τα μέλη της «ομάδας των δεκατριών», συμπεριλαμβανομένου του Καστοριάδη, συνελήφθησαν από την αστυνομία και εξαναγκάστηκαν εκτός από έναν, σε δήλωση μετανοίας και αποκήρυξης του κομμουνισμού αφέθηκαν ελεύθεροι.
Λίγο μετά την αρχή της κατοχής ο Καστοριάδης εντάχθηκε στο ΚΚΕ ενώ συγκρότησε μαζί με άλλους, την ομάδα “Νέα Εποχή” που εξέδιδε εφημερίδα που ζητούσε άμεσο αντιστασιακό προσανατολισμό, αλλά εγκατέλειψε το ΚΚΕ στα τέλη του 1942 χρεώνοντας του σωβινισμό. Το 1943 προσχώρησε στην τροτσκιστική οργάνωση ΔΕΚΕ του Άγι Στίνα, με συνέπεια τη δίωξή του όχι μόνο από τους Γερμανούς, αλλά κυρίως από το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Το 1944 έγραψε τα πρώτα του κείμενα για τις κοινωνικές επιστήμες και τον Μαξ Βέμπερ, τα οποία δημοσίευσε στο περιοδικό Αρχείον Κοινωνιολογίας και Ηθικής.
Σπούδασε αρχικά νομικά και οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Κατά τα Δεκεμβριανά, αποδοκίμασε την στάση του ΚΚΕ, διαφωνώντας για μοναδική κατά τον ίδιο φορά με τη θέση του Στίνα, που θεωρούσε τα Δεκεμβριανά «στρατιωτικό πραξικόπημα». Μετά τα Δεκεμβριανά, επιβιβάστηκε αρχικά στο πλοίο Ματαρόα, αποβιβάστηκε στην Ιταλία και τελικά έφτασε στο Παρίσι όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα.
Ζωή και έργο Παρίσι
Στο Παρίσι έγινε μέλος της τροτσκιστικής Τετάρτης Διεθνούς και από το 1946 μέσα από την ομάδα “Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα” τάση του Διεθνιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος, από τις οποίες όμως άρχισε σταδιακά να απομακρύνεται, ώσπου μετά το 1948 να εγκαταλείψει οριστικά το τροτσκιστικό κίνημα. Παράλληλα από την ίδια χρονιά άρχισε να εργάζεται στην υπηρεσία Στατιστικής Εθνικών Λογαριασμών και Μελετών Ανάπτυξης του Οργανισμού Οικονομικής Ανάπτυξης και Συνεργασίας (ΟΟΣΑ) ως υψηλόβαθμο τεχνικό στέλεχος (οικονομολόγος- το 1968 ήταν διευθυντής του “Τμήματος Στατιστικής και Εθνικών Λογαριασμών”) μια θέση την οποία διατήρησε ως και το 1970.
Τεύχη των ομώνυμων περιοδικών της ομάδας Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα.
Το 1946 ξεκίνησε και η γνωριμία του με τον τότε φοιτητή και αργότερα διανοούμενο Κλωντ Λεφόρ, με τον οποίο συγκρότησαν μία εσωτερική τάση στο PCI (Parti communiste internationaliste), από το οποίο αποχώρησαν το 1948 και ίδρυσαν την ομάδα Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα, η οποία από το επόμενο έτος μέχρι το 1965 εξέδιδε το ομώνυμο περιοδικό. Από τα κείμενα εκείνης της περιόδου προέκυψαν τα βιβλία: Η Γραφειοκρατική Κοινωνία (1973), Η Πείρα του Εργατικού Κινήματος (1974), Το Περιεχόμενο του Σοσιαλισμού, Σύγχρονος Καπιταλισμός και Επανάσταση, Η Γαλλική Κοινωνία (1979).
Το 1965 εκδόθηκε το τελευταίο τεύχος της ομάδας και τελικά το 1967 η ομάδα του Socialisme ou barbarie διαλύθηκε.[25] Ο Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ το 1981 ανέφερε ότι είχε επηρεαστεί απόλυτα από τις δημοσιεύσεις του περιοδικού και ειδικότερα από τα κείμενα του Καστοριάδη, ενώ ο Arthur Hirsh του πιστώνει ότι ήταν η κύρια επιρροή της Γαλλικής Νέας Αριστεράς μαζί με τους Ανρί Λεφέβρ και Ζαν-Πωλ Σαρτρ.[28] Το 1970 ο Καστοριάδης απέκτησε τη γαλλική υπηκοότητα και έτσι έπαυσε πλέον ο συνεχής φόβος της απέλασης. Το 1970, ενώ ήταν προϊστάμενος 120 ατόμων στον ΟΟΣΑ, αποχώρησε με συμφωνία εξόδου και αποζημίωση, επένδυσε το ποσό στο χρηματιστήριο και το έχασε.[26] Αυτή την περίοδο ο Καστοριάδης στράφηκε στην ψυχανάλυση, μάλιστα εργάστηκε και ως ψυχαναλυτής ο ίδιος από το 1974, και συμμετείχε στις συνελεύσεις της Τέταρτης Ομάδας, ενός κινήματος διαφωνούντων της σχολής του Ζακ Λακάν.
Μετέπειτα χρόνια
Ο τάφος του Καστοριάδη στο νεκροταφείο Μονπαρνάς στο Παρίσι
Το 1979 ο Καστοριάδης εξελέγη διευθυντής της Σχολής Ανωτέρων Σπουδών Κοινωνικών Επιστημών Παρισιού (Ecoles des Hautes Etudes en Sciences Sociales), όπου διοργάνωσε σεμινάριο με τίτλο «Θέσμιση της κοινωνίας και ιστορική δημιουργία».
Το 1977 επικρίθηκε από το Νίκο Πουλαντζά ότι δεν είχε συμμετοχή σε κάποια δημόσια ενέργεια εναντίον της δικτατορίας και για την εργασία του στον ΟΟΣΑ. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Καστοριάδης επισκέφθηκε αρκετές φορές την Ελλάδα, δίνοντας σειρά διαλέξεων, μεταξύ άλλων στη Θεσσαλονίκη, το Ηράκλειο, τον Βόλο το Ρέθυμνο τα Χανιά (το 1991, προσκεκλειμένος από τον Ελληνογαλλικό Σύνδεσμο Χανίων) και άλλα. Το 1989 αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Στις 24 Φεβρουαρίου του 1993 έγινε επίτιμος διδάκτορας του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.
Ο Καστοριάδης απεβίωσε στις 26 Δεκεμβρίου του 1997, σε ηλικία 75 ετών. Το καταφύγιο του βρισκόταν στον Τριπόταμο της Τήνου.
Το 2014 κυκλοφόρησε η βιογραφία του, Καστοριάδης – Μια ζωή (του Φρανσουά Ντος)
